ενθαρρύνω

ενθαρρύνω
(αόρ. ενεθάρρυνα, παθ. αόρ. ενεθαρρύνθην) μετ. ободрять, поощрять, воодушевлять

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ενθαρρύνω" в других словарях:

  • ενθαρρύνω — ενθαρρύνω, ενθάρρυνα βλ. πίν. 48 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ενθαρρύνω — δίνω θάρρος, εμψυχώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < εν + θαρρύνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Ιταλοελληνικό Νομοτεχνικό Λεξικό] …   Dictionary of Greek

  • ενθαρρύνω — ενθάρρυνα, ενθαρρύνθηκα, ενθαρρυμένος, μτβ., δίνω σε κάποιον θάρρος (κουράγιο), εμψυχώνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ενθάρρυνση — η 1. η ενέργεια τού ενθαρρύνω, εμψύχωση 2. λόγος ή πράξη που δίνει θάρρος σε κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ενθαρρύνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Ιταλοελληνικό Νομοτεχνικό Λεξικό] …   Dictionary of Greek

  • ιαίνω — (Α ἰαίνω) θεραπεύω, γιατρεύω αρχ. 1. (ενεργ. και παθ.) θερμαίνω, ζεσταίνω (α. «ἀμφὶ δὲ οἱ πυρὶ χαλκὸν ἰήνατε, θέρμετε δ ὕδωρ», Ομ. Οδ. β. «ἰαίνετο δ ὕδωρ», Ομ. Οδ.) 2. κάνω κάτι μαλακό με τη θερμότητα, τήκω («ἰαίνετο κηρός», Ομ. Οδ.) 3. ευφραίνω …   Dictionary of Greek

  • καταθαρσύνω — (AM, Μ και καταθαρρύνω) 1. ενθαρρύνω, εμψυχώνω 2. παθ. καταθαρσύνομαι εμπιστεύομαι, δίνω πίστη σε κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + θαρσύνω «ενθαρρύνω» (< θάρσος)] …   Dictionary of Greek

  • παραθαρσύνω — και παραθαρρύνω Α ενθαρρύνω, εγκαρδιώνω, εμψυχώνω («ἤν... τοὺς ἄλλους στρατιώτας συλλέγητε καὶ παραθαρρύνητε», Ξεν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + θαρσύνω «ενθαρρύνω» (< θάρσος)] …   Dictionary of Greek

  • προθυμοποιούμαι — προθυμοποιοῡμαι, έομαι, ΝΜΑ [προθυμοποιός] νεοελλ. προσφέρομαι πρόθυμα, δείχνω προθυμία μσν. ενεργ. προθυμοποιῶ, έω ενθαρρύνω αρχ. ενθαρρύνω («πολλοὺς καὶ τῶν ἄλλων προεθυμοποιοῡντο εἰς τοὺς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας κινδύνους», Διόδ.) …   Dictionary of Greek

  • συνεπικελεύω — Α ενθαρρύνω με προτροπές. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐπικελεύω «παροτρύνω, ενθαρρύνω, προτρέπω»] …   Dictionary of Greek

  • αλείφω — αλείβω (Α ἀλείφω) 1. επιθέτω υγρή ή λιπαρή ουσία σε κάποια επιφάνεια, επαλείφω, επιχρίω 2. επαλείφω με οποιαδήποτε ύλη 3. κάνω επάλειψη σε ασθενή νεοελλ. 1. ρυπαίνω, λερώνω 2. δωροδοκώ, λαδώνω 3. παθ. ωφελούμαι υλικά, απολαμβάνω κέρδος 4. φρ. «θα …   Dictionary of Greek

  • αναθαρρύνω — (Α ἀναθαρρύνω και θαρσύνω) 1. δίνω θάρρος, εμψυχώνω, ενθαρρύνω 2. ανακτώ το θάρρος μου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + θαρρύνω, θαρσύνω. ΠΑΡ. νεοελλ. αναθάρρυνση, αναθαρρυντικός] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»